|
February 20, 2007 09:10 AM PST
Walking Around
Sucede que me canso de ser hombre.
Sucede que entro en las sastrerνas y en los cines
marchito, impenetrable, como un cisne de fieltro
Navegando en un agua de origen y ceniza.
El olor de las peluquerνas me hace llorar a gritos.
Sσlo quiero un descanso de piedras o de lana,
sσlo quiero no ver establecimientos ni jardines,
ni mercaderνas, ni anteojos, ni ascensores.
Sucede que me canso de mis pies y mis uρas
y mi pelo y mi sombra.
Sucede que me canso de ser hombre.
Sin embargo serνa delicioso
asustar a un notario con un lirio cortado
o dar muerte a una monja con un golpe de oreja.
Serνa bello
ir por las calles con un cuchillo verde
y dando gritos hasta morir de frνo
No quiero seguir siendo raνz en las tinieblas,
vacilante, extendido, tiritando de sueρo,
hacia abajo, en las tapias mojadas de la tierra,
absorbiendo y pensando, comiendo cada dνa.
No quiero para mν tantas desgracias.
No quiero continuar de raνz y de tumba,
de subterrαneo solo, de bodega con muertos
ateridos, muriιndome de pena.
Por eso el dνa lunes arde como el petrσleo
cuando me ve llegar con mi cara de cαrcel,
y aϊlla en su transcurso como una rueda herida,
y da pasos de sangre caliente hacia la noche.
Y me empuja a ciertos rincones, a ciertas casas hϊmedas,
a hospitales donde los huesos salen por la ventana,
a ciertas zapaterνas con olor a vinagre,
a calles espantosas como grietas.
Hay pαjaros de color de azufre y horribles intestinos
colgando de las puertas de las casas que odio,
hay dentaduras olvidadas en una cafetera,
hay espejos
que debieran haber llorado de vergόenza y espanto,
hay paraguas en todas partes, y venenos, y ombligos.
Yo paseo con calma, con ojos, con zapatos,
con furia, con olvido,
paso, cruzo oficinas y tiendas de ortopedia,
y patios donde hay ropas colgadas de un alambre:
calzoncillos, toallas y camisas que lloran
lentas lαgrimas sucias.
WALKING AROUND Πάμπλο Νερούδα
Συμβαίνει πως κουράζομαι να ‘μαι άνθρωπος.
Συμβαίνει πως μπαίνω σε ραφτάδικα και σινεμάδες
μαραμένος, αδιαπέραστος, σαν ένας κύκνος από τσόχα
πλέοντας σ’ ένα νερό από καταγωγή και στάχτη.
Η οσμή από τα κομμωτήρια με κάνει να κλαίω με κραυγές.
Μονάχα θέλω μια ξεκούραση από πέτρες ή από μαλλί,
μονάχα θέλω να μη βλέπω καταστήματα και κήπους,
ούτε εμπορικά, διόπτρες, κι ασανσέρ.
Συμβαίνει πως κουράζομαι απ’ τα πόδια και τα νύχια μου
κι απ’ τα μαλλιά και τη σκιά μου.
Συμβαίνει πως κουράζομαι να ‘μαι άνθρωπος.
Όμως θα ήταν νόστιμο
να τρομάξω ένα συμβολαιογράφο μ’ έναν κομμένο κρίνο
ή θάνατο να δώσω σ’ ένα μοναχό μ’ ένα χτύπημα του αυτιού.
Θα ‘ταν ωραίο
να πηγαίνω στους δρόμους μ’ ένα μαχαίρι πράσινο
και βγάζοντας κραυγές ως να πεθάνω από το κρύο.
Δεν θέλω άλλο να ‘μαι ρίζα μες στις καταχνιές,
αβέβαιος, απλωμένος, τρέμοντας από όνειρο,
προς τα κάτω, στα μουσκεμένα έντερα της γης,
απορροφημένος, σκεπτικός, τρώγοντας κάθε μέρα.
Δεν θέλω για μένα τόσες δυστυχίες.
Δεν θέλω να συνεχίσω από ρίζα κι από τάφο,
από υπόγειο μόνος, από κελάρι με νεκρούς,
κοκαλωμένος, να πεθαίνω από πόνο.
Γι αυτό η Δευτέρα καίγεται σαν το πετρέλαιο
όταν με βλέπει να ‘ρχομαι με πρόσωπο από φυλακή,
κι ουρλιάζει στο πέρασμά της σαν μια ρόδα πληγωμένη,
και κάνει βήματα από ζεστό αίμα προς τη νύχτα.
Και με σπρώχνει σε κάποιες γωνιές, σε κάποια υγρά σπίτια,
σε νοσοκομεία όπου τα οστά βγαίνουν στο παράθυρο,
σε κάποια παπουτσάδικα με οσμή από ξύδι,
σε δρόμους φοβερούς σαν ουλές.
Υπάρχουνε πουλιά σε χρώμα από θειάφι και τρομεροί απροορισμοί
κρεμασμένοι από τις πόρτες των σπιτιών που μισώ,
υπάρχουν οδοντοστοιχίες ξεχασμένες σε μια καφετιέρα,
υπάρχουνε καθρέφτες
που θα ‘πρεπε να κλαίγανε από ντροπή και φόβο,
υπάρχουνε ομπρέλες σ’ όλα τα μέρη, και δηλητήρια, κι υποχρεώσεις.
Εγώ περνάω με ηρεμία, με μάτια, με παπούτσια,
με μανία, με λησμονιά,
περνάω, διασχίζοντας γραφεία και μαγαζιά ορθοπεδικής,
και αυλές όπου υπάρχουν ρούχα κρεμασμένα απόνα σύρμα:
σώβρακα, πετσέτες και πουκάμισα που κλαίνε
αργά βρώμικα δάκρυα.
Μετάφραση: Β. Λαλιώτης
Διαβάζει ο Χάιμε Σαμπίνες. Σπέσιαλ αφιέρωση για το Ποιείν.
December 18, 2006 02:07 PM PST
Διαβάζει ο Μιγκελ Ερέρρο
Την πάω κι εγώ προς το ποτάμι
πιστεύοντάς την για κορίτσι
μα εκείνη είχε άντρα.
Ήταν τη νύχτα του Σαντιάγο
και σχεδόν σα να ‘χα τάμα.
Σβήσανε τα φαναράκια
και ανάψανε οι γρύλοι.
Προς τις τελευταίες γωνίες
πιάνω τα στήθη της στον ύπνο
κι άξαφνα και μου ανοίξαν
σαν δυο ματσάκια υακίνθων.
Η κόλλα του μεσοφοριού της
έφτανε ως την ακοή μου
σαν κομμάτι από μετάξι
που έσκισαν δέκα μαχαίρια.
Δίχως ασημένιο φως στα φύλλα
τα δέντρα όλα είχαν φουντώσει,
κι ένας ορίζοντας με σκύλους
γαβγίζει πέρα απ’ το ποτάμι.
Τις βατομουριές περνώντας
κι ύστερα αγκαθιές και βούρλα,
κάτω απ’ το θάμνο των μαλλιών της
κάνω μια τρύπα μες στον άμμο.
Εγώ βγάζω τη γραβάτα.
Εκείνη βγάζει το φουστάνι.
Τη ζώνη εγώ με το ρεβόλβερ.
Τους τέσσερις αυτή κορσέδες.
Οι νάρδοι μα και τα κοχύλια
αφή δεν έχουνε πιο φίνα,
και κρύσταλλα με τη σελήνη
δε λάμπουνε με τέτοια λάμψη.
Ψηλά τα πόδια μου ξεφεύγαν
σαν τα τρομαγμένα ψάρια
ως τα μισά γεμάτα φλόγα
ως τα μισά γεμάτα κρύο.
Έτρεξα κείνο το βράδυ
τον καλύτερο απ’ τους δρόμους
σε φοράδα από σεντέφι
και με δίχως χαλινάρια.
Σαν σωστός άντρας δε θέλω
να σας πω όσα μου είπε.
Το φως που έχω της συμπάθειας
διακριτικό με κάνει.
Φιλιά κι άμμο λερωμένη
τη φέρνω πάλι απ’ το ποτάμι.
Με τον άνεμο χτυπούσαν
όλα τα σπαθιά των κρίνων.
Φέρθηκα όπως που μου ταιριάζει.
Σαν αληθινός τσιγγάνος.
Της χαρίζω πανεράκι
για τη ραπτική αχυρένιο,
κι όχι είπα στον έρωτά της
γιατί αν και είχε άντρα
μου είπε πως ήτανε κορίτσι
σαν την τραβούσα στο ποτάμι.
Μετ. Βασίλη Λαλιώτη
|